Μετάφραση του "elope" σε Ελληνικά
Οι κλέβομαι, αλληλοαπάγομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elope" σε Ελληνικά.
elope
verb
γραμματική
(intransitive, of a married person) To run away from home with a paramour. [..]
-
κλέβομαι
Verbto run away with a lover to get married
-
αλληλοαπάγομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elope " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "elope" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαγωγή · δραπέτευση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη