Μετάφραση του "emancipated" σε Ελληνικά
Το ακηδεμόνευτος είναι η μετάφραση του "emancipated" σε Ελληνικά.
emancipated
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of emancipate. [..]
-
ακηδεμόνευτος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " emancipated " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "emancipated" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απελευθερώνω · χειραφετώ
-
σωτήρας
-
απελευθέρωση · χειραφέτηση · χειραφεσία
-
απελευθέρωση · χειραφέτηση · χειραφεσία
-
απελευθερώνω · χειραφετώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη