Μετάφραση του "emasculation" σε Ελληνικά

Οι αποδυνάμωση, εξασθένιση, ευνουχισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "emasculation" σε Ελληνικά.

emasculation noun γραμματική

The act of depriving of virility, or the state of being so deprived; castration. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποδυνάμωση

    Noun
  • εξασθένιση

  • ευνουχισμός

    noun masculine

    Maybe the emasculation we profiled didn't come from Judith.

    Μπορεί ο ευνουχισμός που είδαμε στο προφίλ του να μην προήλθε από την Judith.

  • ευνούχιση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " emasculation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "emasculation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ευνουχισμός
  • αποδυναμώνω · εξανδραποδίζω · εξασθενίζω · ευνουχίζω · μουνουχίζω
  • αποδυναμώνω · εξανδραποδίζω · εξασθενίζω · ευνουχίζω · μουνουχίζω
  • αποδυναμώνω · εξανδραποδίζω · εξασθενίζω · ευνουχίζω · μουνουχίζω
  • αποδυναμωμένος · εξασθενισμένος · ευνουχισμένος · μουνουχισμένος
  • αποδυναμώνω · εξανδραποδίζω · εξασθενίζω · ευνουχίζω · μουνουχίζω
  • αποδυναμώνω · εξανδραποδίζω · εξασθενίζω · ευνουχίζω · μουνουχίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "emasculation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη