Μετάφραση του "embattled" σε Ελληνικά

Οι εμπόλεμος, ταλανιζόμενος, απειλούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "embattled" σε Ελληνικά.

embattled adjective verb γραμματική

Subject to or troubled by battles, controversy or debates. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπόλεμος

    adjective

    As the impeachment vote approaches, the embattled president...

    Ενώ η ψήφος μομφής πλησιάζει, ο εμπόλεμος πρόεδρος...

  • ταλανιζόμενος

  • απειλούμενος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαχόμενος
    • με επάλξεις
    • παραταγμένος για μάχη
    • πολιορκούμενος
    • πανταχόθεν βαλλόμενος
    • πολύπαθος
    • ταλαιπωρημένος, τσακισμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " embattled " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "embattled"

Φράσεις παρόμοιες με "embattled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναπτύσσω δυνάμεις για μάχη · οχυρώνω · παρατάσσω στρατεύματα για μάχη · πολεμίστρα · χτίζω επάλξεις
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "embattled" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη