Μετάφραση του "embezzle" σε Ελληνικά
Οι υπεξαιρώ, σφετερίζομαι, καταχρώμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "embezzle" σε Ελληνικά.
embezzle
verb
γραμματική
(law, business) To steal or misappropriate money that one has been trusted with, especially to steal money from one's employer. [..]
-
υπεξαιρώ
Well, I figure, for starters, if I simply don't embezzle and lie and neglect...
Αρχικά, υποθέτω όταν αν δεν υπεξαιρώ, δεν λέω ψέμματα και δεν αμελώ...
-
σφετερίζομαι
-
καταχρώμαι
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " embezzle " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "embezzle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατάχρηση · κλοπή · σφετερισμός · υπεξαίρεση
-
καταχραζόμενος · καταχραστής
-
υπεξαιρεμένος
-
καταχραζόμενος · καταχραστής
-
κατάχρηση · κλοπή · σφετερισμός · υπεξαίρεση
-
κατάχρηση · κλοπή · σφετερισμός · υπεξαίρεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη