Μετάφραση του "emigrate" σε Ελληνικά

Οι μεταναστεύω, αποδημώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "emigrate" σε Ελληνικά.

emigrate verb γραμματική

(intransitive) To leave the country in which one lives, especially one's native country, in order to reside elsewhere. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεταναστεύω

    verb

    Well, if children did emigrate to Australia in any numbers, there must be some record of them.

    Λοιπόν, αν τα παιδιά είχαν μεταναστεύσει στην Αυστραλία σε μεγάλο αριθμό θα υπάρχουν αρχεία γι'αυτά.

  • αποδημώ

    verb

    φεύγω από τη χώρα μου και πηγαίνω να εγκατασταθώ σε άλλη. [ΛΚΝ]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " emigrate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "emigrate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποδημία · εκπατρισμός · μετανάστευση
  • αποδημητικό (μεταναστευτικό) πτηνό
  • χώρα εξαγωγής μεταναστών
  • άποικος · απόδημος · μετανάστης · ξενιτεμένος
  • μεταναστεύω
  • απόδημος · ξενιτεμένος · πρόσφυγας
  • αποδημία · εκπατρισμός · μετανάστευση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "emigrate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη