Μετάφραση του "empiric" σε Ελληνικά
Οι εμπειρικός, κομπογιαννίτης, αγύρτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "empiric" σε Ελληνικά.
empiric
noun
adjective
γραμματική
empirical [..]
-
εμπειρικός
where, KF is an empirical factor considering the polarity of the substance.
όπου KF εμπειρικός συντελεστής με τον οποίο λαμβάνεται υπόψη η πολικότητα της ουσίας.
-
κομπογιαννίτης
noun masculine -
αγύρτης
noun masculine -
καλαμπόρτζος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " empiric " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "empiric" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας
-
εμπειρική διόρθωση
-
Ρωσική Αρμενία
-
φανταστική αυτοκρατορία
-
Οθωμανική Αυτοκρατορία
-
Αυτοκρατορία των Σελευκιδών
-
Λατινική Αυτοκρατορία
-
εμπειρικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη