Μετάφραση του "employable" σε Ελληνικά
Το χρησιμοποιήσιμος είναι η μετάφραση του "employable" σε Ελληνικά.
employable
adjective
noun
γραμματική
(especially of a person) Able to be employed. [..]
-
χρησιμοποιήσιμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " employable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "employable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λήξη (παύση) της εργασίας (απασχόλησης) · λύση της σχέσεως εργασίας
-
επιτροπή απασχόλησης ΕΚ
-
μετεργασιακός
-
αυτοαπασχόληση
-
εργοδότης · εργοδότρια
-
επιχείρηση μίσθωσης εργατικού δυναμικού
-
εργοδοτική συνομοσπονδία
-
οργάνωση εργοδοτών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη