Μετάφραση του "employable" σε Ελληνικά

Το χρησιμοποιήσιμος είναι η μετάφραση του "employable" σε Ελληνικά.

employable adjective noun γραμματική

(especially of a person) Able to be employed. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρησιμοποιήσιμος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " employable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "employable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "employable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη