Μετάφραση του "enamel" σε Ελληνικά

Οι σμάλτο, αδαμαντίνη, εμαγιέ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enamel" σε Ελληνικά.

enamel verb noun γραμματική

the hard covering on the exposed part of a tooth [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σμάλτο

    noun neuter

    opaque, glassy coating baked onto metal or ceramic objects

    Nowadays, most dentists use epoxy and other components to make it match the enamel.

    Σήμερα, οι περισσότεροι οδοντίατροι χρησιμοποιούν συγκόλληση κι άλλα στοιχεία για να το κάνουν να ταιριάζει με το σμάλτο.

  • αδαμαντίνη

    noun feminine

    covering on the tooth

    As the tooth enamel shatters, pain sensors are sending signals along the nerves.

    Καθώς διαλύεται η αδαμαντίνη του δοντιού, οι αισθητήρες πόνου στέλνουν σήματα, κατά μήκος των νεύρων.

  • εμαγιέ

    noun neuter

    opaque, glassy coating baked onto metal or ceramic objects

    Make sure you mention the enamel grip, which is a lot softer on those delicate hands.

    Μην ξεχάσεις να αναφέρεις την εμαγιέ λαβή, η οποία είναι πιο απαλή για τα ευαίσθητα χεράκια τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έγκαυστον
    • βερνικώνω
    • επισμαλτώνω
    • βερνίκι
    • λάκα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enamel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Enamel
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σμάλτο, εμαγιέ

Φράσεις παρόμοιες με "enamel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enamel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη