Μετάφραση του "enclave" σε Ελληνικά
Οι θύλακος, Περίκλειστο και αποσπασμένο έδαφος, εγκλάβιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enclave" σε Ελληνικά.
enclave
verb
noun
γραμματική
A political, cultural or social entity or part thereof that is completely surrounded by another. [..]
-
θύλακος
nounReinforcing regional integration is certainly a justified priority, particularly for the countries of the region that are enclaves.
Η ενίσχυση της περιφερειακής ολοκλήρωσης αποτελεί οπωσδήποτε εύλογη προτεραιότητα, ιδίως για τις χώρες της περιοχής που αποτελούν θυλάκους.
-
-
Περίκλειστο και αποσπασμένο έδαφος
territory entirely surrounded by another territory
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θύλακας
- περίκλειστο έδαφος
- περιοχή μέσα σε αλλοεθνές έδαφος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " enclave " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "enclave" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θύλακας
-
Περίκλειστο και αποσπασμένο έδαφος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη