Μετάφραση του "encumber" σε Ελληνικά

Οι παρεμποδίζω, εμποδίζω, βαρύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "encumber" σε Ελληνικά.

encumber verb γραμματική

(transitive) to load down something with a burden [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρεμποδίζω

    verb
  • εμποδίζω

    verb
  • βαρύνω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιβαρύνω
    • παραφορτώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " encumber " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "encumber" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "encumber" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη