Μετάφραση του "endocrine" σε Ελληνικά
Οι ενδοκρινικός, ενδοκρινής, ορμόνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "endocrine" σε Ελληνικά.
endocrine
adjective
noun
γραμματική
Producing internal secretions that are transported around the body by the bloodstream. [..]
-
ενδοκρινικός
One of the characteristics of endocrine-disrupting substances is their endocrine mode of action.
Ένα από τα χαρακτηριστικά των ενδοκρινικών διαταρακτών είναι ο ενδοκρινικός τρόπος δράσης τους.
-
ενδοκρινής
adjectiveOr it was the endocrine tumor that had been affecting his behavior for months.
Ή ήταν ο ενδοκρινής όγκος που επηρέαζε τη συμπεριφορά του για μήνες;
-
ορμόνη
noun feminine -
ενδοκρινής αδένας
noun masculineThe central endocrine gland has been removed. "
Ο κεντρικός ενδοκρινής αδένας έχει αφαιρεθεί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " endocrine " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "endocrine" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενδοκρινική ασθένεια
-
Ενδοκρινικό σύστημα · ενδοκρινικό σύστημα · σύστημα ενδοκρινών αδένων
-
Ενδοκρινής αδένας · ενδοκρινής αδένας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη