Μετάφραση του "energy source" σε Ελληνικά
Το πηγή ενέργειας είναι η μετάφραση του "energy source" σε Ελληνικά.
energy source
noun
γραμματική
A source from which useful energy can be extracted or recovered either directly or by means of a conversion or transformation process (e.g. solid fuels, liquid fuels, solar energy, biomass, etc.) [..]
-
πηγή ενέργειας
Potential supplies of energy including fossil and nuclear fuels as well as solar, water, wind, tidal and geothermal power.(Source: PHC)
This renewable energy source is characterised by considerably differing potentials and electricity generation costs throughout Europe.
Η εν λόγω ανανεώσιμη πηγή ενέργειας χαρακτηρίζεται από σημαντικά διαφορετικό δυναμικό και κόστος ηλεκτροπαραγωγής σε ολόκληρη την Ευρώπη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " energy source " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "energy source" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μη ρυπαίνουσα (καθαρή) πηγή ενέργειας
-
πρώτη ύλη για την παραγωγή ενέργειας
-
ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
-
ανανεώσιμη πηγή ενέργειας
-
χρήση αποβλήτων ως ενεργειαής πηγής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη