Μετάφραση του "enjoin" σε Ελληνικά
Οι διατάσσω, απαγορεύω, Διατάζω ... συνιστώ ... προτρέπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enjoin" σε Ελληνικά.
enjoin
verb
γραμματική
(transitive, chiefly literary) To lay upon, as an order or command; to give an injunction to; to direct with authority; to order; to charge. [..]
-
διατάσσω
At the same time, it enjoined Coditel to cease transmission of the programmes in question until a preliminary ruling on those questions had been obtained.
Συγχρόνως, διέταξε την Coditel να αναστείλει τη μετάδοση των επίμαχων προγραμμάτων έως ότου δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά.
-
απαγορεύω
verb -
Διατάζω ... συνιστώ ... προτρέπω
-
επιβάλλομαι
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " enjoin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη