Μετάφραση του "enlistment" σε Ελληνικά

Οι θητεία, κατάταξη, στρατολόγηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enlistment" σε Ελληνικά.

enlistment noun γραμματική

Voluntary service based on an individuals' desire to serve a cause. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θητεία

    noun feminine

    They found work together as hired hit men after their enlistment ended.

    Δούλεψαν μαζί ως εκτελεστές, όταν τελείωσε η θητεία τους.

  • κατάταξη

    noun

    The process of associating an orchestration with the physical environment in which it will run.

    Unfortunately, you don't meet our age requirements for enlistment.

    Δυστυχώς, δεν πληροίς τις απαιτήσεις μας ηλικίας για κατάταξη.

  • στρατολόγηση

    feminine

    I hope this doesn't affect gus and i's chances of enlisting.

    Ελπίζω αυτό να μην επηρεάσει τις ελπίδες μας για στρατολόγηση.

  • στράτευση

    noun

    I don't know about you, but I'm- - going to terminate my enlistment.

    Δέν ξέρω γιά σάς αλλά εγώ, πρόκειται να σταματήσω τήν στράτευση μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enlistment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "enlistment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θητεία
  • κατάταξη · στράτευση · στρατολόγηση
  • αναλαμβάνω · επιστρατεύω · κατάταξη · κατατάσσομαι στο στρατό · κατατάσσω · στρατεύομαι · στρατολογώ
  • στρατιώτης
  • οπλίτης
  • αντικείμενο κατάταξης
  • αναλαμβάνω · επιστρατεύω · κατάταξη · κατατάσσομαι στο στρατό · κατατάσσω · στρατεύομαι · στρατολογώ
  • αναλαμβάνω · επιστρατεύω · κατάταξη · κατατάσσομαι στο στρατό · κατατάσσω · στρατεύομαι · στρατολογώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enlistment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη