Μετάφραση του "enterprising" σε Ελληνικά

Οι δραστήριος, επιχειρηματικός, επιχειρηματίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enterprising" σε Ελληνικά.

enterprising adjective γραμματική

Displaying bravery and daring in the attempt of some task. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δραστήριος

    adjective

    Something an enterprising young man like yourself should seize.

    Ένας δραστήριος νεαρός σαν κι εσένα πρέπει να την αρπάξει.

  • επιχειρηματικός

    adjective

    4.3 Creative and cultural enterprise and business models

    4.3 Ο επιχειρηματικός κόσμος του πολιτισμού και της δημιουργίας και τα επιχειρηματικά πρότυπα

  • επιχειρηματίας

    noun masculine

    Uh, Jesse is a very clever... and enterprising young businessman.

    Ο Jesse είναι πολύ έξυπνος... και εξαιρετικός νεαρός επιχειρηματίας.

  • πολυμήχανος

    adjective

    So, enterprising adventurers set sail across oceans seeking fame, fortune, and new trade routes to China and the Far East.

    Γι’ αυτό, πολυμήχανοι τυχοδιώκτες άρχισαν να οργώνουν τους ωκεανούς γυρεύοντας δόξα, πλούτη και νέες εμπορικές οδούς προς την Κίνα και την Άπω Ανατολή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enterprising " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "enterprising" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enterprising" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη