Μετάφραση του "entrap" σε Ελληνικά
Το παγιδεύω είναι η μετάφραση του "entrap" σε Ελληνικά.
entrap
verb
γραμματική
(transitive) To catch something in a trap or snare. [..]
-
παγιδεύω
verbNo one likes to see an innocent man entrapped by the police!
Κανείς δε θέλει ένα αθώο που τον παγιδεύει η αστυνομία!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " entrap " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "entrap" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σύνδρομο παγίδευσης πρόσθιου κοιλιακού δερματικού νεύρου
-
παγίδευση
-
παγίδευση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη