Μετάφραση του "entryway" σε Ελληνικά

Το είσοδος είναι η μετάφραση του "entryway" σε Ελληνικά.

entryway noun γραμματική

An opening or hallway allowing entry into a structure. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • είσοδος

    noun feminine

    It was a punishment, not an entryway to an immortal life somewhere else.

    Ήταν τιμωρία, όχι είσοδος σε κάποια αθάνατη ζωή κάπου αλλού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " entryway " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "entryway" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη