Μετάφραση του "epicene" σε Ελληνικά
Οι ανδρόγυνος, γυναικωτός, θηλυπρεπής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "epicene" σε Ελληνικά.
epicene
adjective
noun
γραμματική
A hermaphrodite person or other creature [..]
-
ανδρόγυνος
adjective masculine -
γυναικωτός
-
θηλυπρεπής
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " epicene " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη