Μετάφραση του "episcopal" σε Ελληνικά

Το επισκοπικός είναι η μετάφραση του "episcopal" σε Ελληνικά.

episcopal adjective γραμματική

Of or relating to the affairs of a bishop in various Christian churches. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επισκοπικός

    adjective masculine

    related to a bishop

    He is an Episcopal priest and a very, very dear friend of mine.

    Επισκοπικός ιερέας, με πολύ διαφορετική γνώμη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " episcopal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Episcopal adjective noun γραμματική

Of or relating to the affairs of an Anglican church, such as the Scottish Episcopal Church or the Episcopal Church in the United States. [..]

+ Προσθήκη

"Episcopal" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Episcopal στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "episcopal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επίσκοποι · επισκοπή
  • επίσκοποι · επισκοπή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "episcopal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη