Μετάφραση του "epithet" σε Ελληνικά

Οι επίθετο, προσωνύμιο, επιθετικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "epithet" σε Ελληνικά.

epithet noun γραμματική

A term used to characterize a person or thing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίθετο

    noun neuter

    περιγραφικός όρος

    Now by taking the biblical epithet "abomination"

    Υιοθετώντας το βιβλικό επίθετο" βδέλυγμα"

  • προσωνύμιο

    The long tradition and the quality of the local fruit have earned the area the epithet ‘the garden of southern Bohemia’.

    Χάρη στη μακρόχρονη αυτή παράδοση και την ποιότητα των φρούτων που παράγονται σε αυτήν, η περιοχή έχει αποκτήσει το προσωνύμιο «κήπος της Νότιας Βοημίας».

  • επιθετικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " epithet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "epithet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη