Μετάφραση του "equal" σε Ελληνικά

Οι ίσος, ισούμαι, αντιστοιχώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "equal" σε Ελληνικά.

equal adjective verb noun γραμματική

(not comparable) The same in all respects. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ίσος

    adjective masculine

    mathematics: exactly identical [..]

    They may be friendly and charming, but when they look at you, you're not an equal.

    Mπορεί να είναι φιλικοί και γοητευτικοί, Αλλά όταν σε κοιτάζουν, δεν είσαι ίσος μ'αυτούς.

  • ισούμαι

    verb

    After an intro like that, I think I deserve some equal time.

    Μετά από τέτοια είσοδο, πιστεύω ισούμαι άξιο χρόνο.

  • αντιστοιχώ

    verb

    The statistical category should equal the accounting category.

    Η τιμή της στατιστικής κατηγορίας θα πρέπει να αντιστοιχεί στην τιμή της λογιστικής κατηγορίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ισότιμος
    • ίσα
    • ισοδυναμώ
    • ισομερής
    • όμοιος
    • φτάνω
    • ισοφαρίζω
    • ομότιμος
    • παραβγαίνω
    • κάνω
    • ταυτίζομαι με
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " equal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Equal
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ίσος, όμοιος

Εικόνες με "equal"

Φράσεις παρόμοιες με "equal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "equal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη