Μετάφραση του "equality" σε Ελληνικά
Οι ισότητα, Ισότητα (μαθηματικά), ισοτέλεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "equality" σε Ελληνικά.
equality
noun
γραμματική
(uncountable) The fact of being equal. [..]
-
ισότητα
noun femininefact of being equal
Portugal incorporated gender equality in its teacher training programmes.
Η Πορτογαλία ενσωμάτωσε την ισότητα των φύλων στα προγράμματα κατάρτισης των δασκάλων.
-
Ισότητα (μαθηματικά)
mathematical relationship asserting that two quantities have the same value
-
ισοτέλεια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " equality " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "equality" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παραμετρικός εξισωτής
-
κοινωνική ισότητα
-
Ίση προστασία σφαλμάτων
-
If everything happens as expected ... υπο τις ιδιες συνθηκες ... provided that other factors or circumstances remain the same ... θεωρητικα (δικο σου)
-
γραφικός εξισωτής
-
εξισορρόπηση εξασθένησης
-
Δυναμικός εξισωτής μήκους κύματος
-
κατ' ισομοιρία(ν) · σε ίσα μερίδια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη