Μετάφραση του "equally" σε Ελληνικά

Οι εξίσου, ισότιμα, ίσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "equally" σε Ελληνικά.

equally adverb γραμματική

(manner) In an equal manner in equal shares or proportion; with equal and impartial justice; without difference; alike; evenly; justly; as, equally taxed, furnished, etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξίσου

    adverb

    This finding applies equally to both sets of facts in the main proceedings.

    Η διαπίστωση αυτή ισχύει εξίσου και για τις δύο συγκυρίες στο πλαίσιο της κύριας δίκης.

  • ισότιμα

  • ίσα

    adjective interjection adverb

    These new limitations must be less than or equal to those previously set.

    Τα νέα αυτά όρια πρέπει να είναι μικρότερα ή ίσα προς τα προηγούμενα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ισαξια,εξ ισου, (in equal parts)
    • ισοτελώς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " equally " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "equally" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "equally" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη