Μετάφραση του "erection" σε Ελληνικά

Οι στύση, ανέγερση, οικοδόμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erection" σε Ελληνικά.

erection noun γραμματική

(uncountable) The act of building or putting up or together of something; construction. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στύση

    noun feminine

    rigid state of penis or clitoris [..]

    It's not normal for a man of my age to no longer have a nice, big erection.

    Δεν είναι φυσιολογικό για έναν άντρα στην ηλικία μου να μην έχει πια μια ωραία, μεγάλη στύση.

  • ανέγερση

    noun feminine

    act of building [..]

    Does relocation simply consist of the dismantling, removal and re-erection of existing facilities?

    Συνίσταται η μετεγκατάσταση απλώς στην κατεδάφιση, μετακίνηση και εκ νέου ανέγερση υφιστάμενων εγκαταστάσεων;

  • οικοδόμηση

    noun feminine

    act of building [..]

    A proposal was made to erect a wall, which is why I have chosen to speak.

    Διατυπώθηκε μια πρόταση για οικοδόμηση τείχους και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αποφάσισα να παρέμβω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οικοδόμημα
    • κτίσμα
    • οικοδομή
    • Στύση
    • συναρμολόγηση
    • ίδρυση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erection " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "erection"

Φράσεις παρόμοιες με "erection" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θέτω φραγμό, -ούς
  • χτίζω
  • ακέραιος · ανεγείρω · ανυψώνω · ευθυτενής · ιδρύω · ορθιος,στητος,αναγειρω,στηση · στήνω · στητός · υψώνω · όρθιος · όρθιοσ
  • ακέραιος · ανεγείρω · ανυψώνω · ευθυτενής · ιδρύω · ορθιος,στητος,αναγειρω,στηση · στήνω · στητός · υψώνω · όρθιος · όρθιοσ
  • ακέραιος · ανεγείρω · ανυψώνω · ευθυτενής · ιδρύω · ορθιος,στητος,αναγειρω,στηση · στήνω · στητός · υψώνω · όρθιος · όρθιοσ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erection" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη