Μετάφραση του "erratic" σε Ελληνικά

Οι ασταθής, αλλοπρόσαλλος, σφαλερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erratic" σε Ελληνικά.

erratic adjective noun γραμματική

(geology) a rock moved by geologic forces from one location to another, usually by a glacier. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασταθής

    adjective masculine

    2. having no certain or definite course; wandering; not fixed: erratic winds. [dictionary.com]

    The speed of tendering out individual contracts remained erratic.

    Η ταχύτητα δημοπράτησης των επιμέρους συμβάσεων παρέμεινε ασταθής.

  • αλλοπρόσαλλος

    Adjective

    unsteady, random; prone to unexpected changes; not consistent

    No, because sometimes you can be a bit errat..

    Όχι, επειδή καμιά φορά είσαι αλλοπρόσαλλος.

  • σφαλερός

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λανθασμένος
    • χαοτικός
    • ακανόνιστος
    • σπασμωδικός
    • ανώμαλος
    • εκκεντρικός
    • πλανόδιος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erratic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "erratic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erratic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη