Μετάφραση του "erstwhile" σε Ελληνικά

Οι πρώην, Formerly ... in the past ... πρωην ... παλαι ποτε, πάλαι ποτέ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erstwhile" σε Ελληνικά.

erstwhile adjective adverb γραμματική

(obsolete) Formerly; in the past. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρώην

    adverb

    To him, his erstwhile friend knew better and might have caused harm on purpose.

    Για εκείνον, ο πρώην φίλος του ήξερε πολύ καλά τι έκανε και μπορεί να τον έβλαψε σκόπιμα.

  • Formerly ... in the past ... πρωην ... παλαι ποτε

  • πάλαι ποτέ

    adverb

    Your erstwhile feelings don't seem as extinct as you claimed.

    Τα πάλαι ποτέ συναισθήματά σας, δεν φαίνονται να έχουν εξαφανιστεί όπως ισχυρίζεστε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erstwhile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erstwhile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη