Μετάφραση του "establishment" σε Ελληνικά

Οι ίδρυση, καθεστώς, κατεστημένο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "establishment" σε Ελληνικά.

establishment noun γραμματική

The act of establishing; a ratifying or ordaining; settlement; confirmation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ίδρυση

    noun feminine

    the state of being established [..]

    - the Agency is preparing the establishment of a European topic centre on waste.

    - ο Οργανισμός ετοιμάζει την ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού τοπικού κέντρου για απόβλητα.

  • καθεστώς

    noun neuter

    that which is established [..]

    This would generally exclude newly established farmers from entering the scheme.

    Έτσι γενικά αποκλείονται από την είσοδο στο καθεστώς κάτοχοι γεωργικών εκμεταλλεύσεων οι οποίοι έχουν πρόσφατα αρχίσει σχετική δραστηριότητα.

  • κατεστημένο

    noun neuter

    slang: the ruling class or authority group

    I was trying to make a statement on the current establishment on the decay of the publishing industry.

    Προσπαθούσα να κάνω μια δήλωση για το υπάρχον κατεστημένο της παρακμής της βιομηχανίας εκδόσεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ίδρυμα
    • κατάστημα
    • εγκατάσταση
    • συγκρότηση
    • επιχείρηση
    • καθεστηκύια τάξη
    • σύσταση
    • καθιέρωση
    • εγκαθίδρυση
    • αναγνώριση
    • τεκμηρίωση
    • διοίκηση
    • αποκατάσταση, δημιουργία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " establishment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "establishment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "establishment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη