Μετάφραση του "ester" σε Ελληνικά

Οι εστέρας, εστέρες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ester" σε Ελληνικά.

ester noun γραμματική

(organic chemistry) A compound most often formed by the condensation of an alcohol and an acid, with elimination of water. It contains the functional group carbon-oxygen double bond joined via carbon to another oxygen atom. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εστέρας

    noun masculine

    compound with carbon-oxygen double bond joined via carbon to another oxygen atom

    Adefovir dipivoxil is a dipivaloyloxymethyl ester prodrug of the active substance adefovir

    Το adefovir dipivoxil είναι ένας διπιβαλοϋλ-οξυμεθυλ-εστέρας προφάρμακο της δραστικής ουσίας adefovir

  • εστέρες

    chemical compounds consisting of a carbonyl adjacent to an ether linkage

    Tannins and their salts, ethers, esters and other derivatives

    Ταννίνες και τα άλατα, οι αιθέρες, εστέρες και άλλα παράγωγά τους

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ester " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ester proper

A female given name

+ Προσθήκη

"Ester" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Ester στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "ester" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ester" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη