Μετάφραση του "ethic" σε Ελληνικά

Οι ηθική, ήθος, αρχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ethic" σε Ελληνικά.

ethic adjective noun γραμματική

a set of principles of right and wrong behaviour guiding, or representative of, a specific culture, society, group, or individual. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηθική

    noun feminine

    From the ethical point of view, there are still controversial matters to be debated and entirely clarified.

    Από ηθική άποψη, εξακολουθούν να υπάρχουν επίμαχα θέματα που πρέπει να συζητηθούν και να διευκρινιστούν εντελώς.

  • ήθος

    noun

    The work ethic had to be really high.

    το εργασιακό ήθος πρέπει να είναι πραγματικά ψηλό.

  • αρχή

    noun

    That needs to be stated categorically and backed by the force of the Christian democratic ethic also.

    Αυτή η αρχή πρέπει να διατυμπανιστεί ανεπιφύλακτα, σύμφωνα επίσης με το πνεύμα της δημοκρατικής χριστιανικής έμπνευσης.

  • σύστημα αξιών

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ethic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ethic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ethic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη