Μετάφραση του "evangelical" σε Ελληνικά

Οι ευαγγελικός, διάπυρος, φλογερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "evangelical" σε Ελληνικά.

evangelical adjective noun γραμματική

Pertaining to the gospel(s) of the Christian New Testament [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευαγγελικός

    An evangelical pastor had given him some literature that made serious accusations against Jehovah’s Witnesses.

    Ένας ευαγγελικός πάστορας του είχε δώσει κάποια έντυπα που περιείχαν σοβαρές κατηγορίες εναντίον των Μαρτύρων του Ιεχωβά.

  • διάπυρος

  • φλογερός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " evangelical " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Evangelical adjective

Of, or relating to any of several Christian Churches that believe in the sole authority of the gospels [..]

+ Προσθήκη

"Evangelical" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Evangelical στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "evangelical" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κήρυκας · κήρυκας τού ευαγγελίου
  • Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία
  • δόγμα τών Ευαγγελικών · ευαγγελικανισμός · ευαγγελικισμός · ευαγγελικός χριστιανισμός
  • κηρύττω
  • ευαγγέλιο
  • ευαγγελιστικό έργο · κήρυγμα τού ευαγγελίου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "evangelical" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη