Μετάφραση του "exacting" σε Ελληνικά

Το απαιτητικός είναι η μετάφραση του "exacting" σε Ελληνικά.

exacting adjective verb γραμματική

Making excessive demands; hard to satisfy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαιτητικός

    adjective masculine

    “Master, I knew you to be an exacting man,” this slave complains.

    ‘Κύριε, ήξερα ότι είσαι απαιτητικός άνθρωπος’, παραπονιέται αυτός ο δούλος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exacting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exacting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exacting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη