Μετάφραση του "exaggerated" σε Ελληνικά

Οι υπερβολικός, ακραίος, διογκωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exaggerated" σε Ελληνικά.

exaggerated adjective verb γραμματική

That has been described as greater than it actually is; abnormally increased or enlarged. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπερβολικός

    adjective masculine

    However, the fear of loss of government revenue is sometimes exaggerated.

    Εντούτοις, ο φόβος απώλειας των κρατικών εσόδων είναι συχνά υπερβολικός.

  • ακραίος

    Adjective
  • διογκωμένος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξεζητημένος
    • μεγαλοποιημένος
    • παραφουσκωμένος
    • τραβηγμένο από τα μαλλιά
    • υπέρμετρος
    • υπερτονισμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exaggerated " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exaggerated" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μεγαλοποιώ · υπερβάλλω
  • διόγκωση · λαφαζανιά · υπερβολή
  • μεγαλοποιώ · παρακάνω · παραφουσκώνω · τα παραλέω · υπερβάλλω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exaggerated" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη