Μετάφραση του "examiner" σε Ελληνικά
Οι εξεταστής, ανακριτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "examiner" σε Ελληνικά.
examiner
noun
γραμματική
A person who investigates someone or something. [..]
-
εξεταστής
noun masculineperson who investigates someone or something
In most instances, the examiner uses a handheld device called a transducer.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο εξεταστής χρησιμοποιεί μια χειροκίνητη συσκευή που ονομάζεται μορφοτροπέας.
-
ανακριτής
noun masculineHe used to carry her for his own pleasure but now it's the examining magistrate's.
Οι γυναίκες είναι ευχαρίστησή του, μα τώρα είναι ο ανακριτής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " examiner " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "examiner" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελέγχω
-
νεκροψία
-
ανάκριση · βάσανος · διαγώνισμα · εξέταση · εξετάσεις
-
εξέταση ρουτίνας
-
ιατροδικαστής
-
αναλύω · αναμένω · ανερευνώ · βολιδοσκοπώ · διερευνώ · δοκιμάζω · εξετάζω · μελετώ · περιεργάζομαι · περιμένω
-
επανεξέταση
-
εισιτήριες εξετάσεις · πανελλήνιες · πανελλήνιες εξετάσεις
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη