Μετάφραση του "excavator" σε Ελληνικά

Οι εκσκαφέας, Εκσκαφέας, ανασκαφέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "excavator" σε Ελληνικά.

excavator noun γραμματική

A person who excavates [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκσκαφέας

    noun masculine

    In particular, it attached significance to the fact that the excavator operates independently of the vessel’s engine.

    Απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι ο εκσκαφέας λειτουργεί ανεξάρτητα από τον κινητήρα πρόωσης του πλοίου.

  • Εκσκαφέας

    type of construction equipment

    Hydraulic or rope-operated excavator

    Εκσκαφέας με υδραυλικώς κινούμενο πτύο ή με πτύο κινούμενο με συρματόσχοινα

  • ανασκαφέας

    Noun
  • φαγάνα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " excavator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "excavator"

Φράσεις παρόμοιες με "excavator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • χώρος εκσκαφής (ανασκαφής)
  • πλευρά εκσκαφής (ανασκαφής)
  • σωρός εκσκαφής (ανασκαφής)
  • ανασκαφέν άνοιγμα · εκσκαφείσα οπή
  • Ανασκαφή · ανασκαφή · εκσκαφή · εξόρυξη · όρυξη
  • ανασκάβω · ανασκάπτω · ανασκάφτω · εκσκάπτω
  • Εκσκαφή
  • ανασκάβω · ανασκάπτω · ανασκάφτω · εκσκάπτω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "excavator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη