Μετάφραση του "excessive" σε Ελληνικά

Οι υπερβολικός, υπέρμετρος, περισσός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "excessive" σε Ελληνικά.

excessive adjective γραμματική

Exceeding the usual bounds of something; extravagant; immoderate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπερβολικός

    adjective masculine

    exceeding the bounds of something [..]

    I'm just saying, doesn't our lifestyle seem a little excessive?

    Θέλω να πω, μήπως ο τρόπος ζωής μας είναι λίγο υπερβολικός;

  • υπέρμετρος

    adjective masculine

    exceeding the bounds of something

    This aid is provided with the aim of countering excessive fragmentation of land.

    Στόχος της εν λόγω ενίσχυσης είναι να αποφευχθεί ο υπέρμετρος κατακερματισμός του γεωργικού κλήρου.

  • περισσός

    Cleaning all the excess bacteria and food particles.

    Καθαρίζει όλα τα περιττά μικρόβια και τα σωματίδια τροφής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπέρμετροσ
    • καταχρηστικός
    • υπέρογκος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " excessive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "excessive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επιπρόσθετο βάρος
  • καθ' υπερβολήν · μέχρι υπερβολής · σε υπερβολικό βαθμό · υπερβολικά
  • που ξεπερνά κατά πολύ
  • υπερβάλλουσα εξασθένηση
  • υπερβολική άσκηση βίας
  • υπερβολικό κέρδος · υπερβολικός τόκος
  • με κατάχρηση διακοσμητικών στοιχείων · υπερβολικά περίτεχνος
  • μέχρις υπερβολής · υπερβολικά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "excessive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη