Μετάφραση του "excited" σε Ελληνικά

Οι ενθουσιασμένος, διεγερμένος, ερεθισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "excited" σε Ελληνικά.

excited adjective verb γραμματική

Having great enthusiasm. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενθουσιασμένος

    adjective masculine

    having great enthusiasm

    I guess I'm just excited about the new year, looking for ways to improve things.

    Είμαι απλά ενθουσιασμένος με το νέο έτος και ψάχνω τρόπους να βελτιώσω τα πράγματα.

  • διεγερμένος

    being in a state of higher energy

    I thought his eyes were steaming up'cause he was so excited.

    Εγώ νόμισα ότι τα μάτια έβγαζαν ατμούς επειδή ήταν τόσο διεγερμένος.

  • ερεθισμένος

    You weren't in love Matthew, just excited by a new bit of rough.

    Δεν ήσουν ερωτευμένος Μάθιου, απλά ήσουν ερεθισμένος απ'την αγριάδα του

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξημμένος
    • συναισθηματικός
    • περιχαρής
    • όλο χαρά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " excited " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "excited"

Φράσεις παρόμοιες με "excited" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "excited" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη