Μετάφραση του "executor" σε Ελληνικά
Το εκτελεστής είναι η μετάφραση του "executor" σε Ελληνικά.
executor
noun
γραμματική
A person who carries out some task. [..]
-
εκτελεστής
noun masculineThe executor may be appointed by a will or by a contract of inheritance.
Ο εκτελεστής διαθήκης μπορεί να διορισθεί με διαθήκη ή με κληρονομική σύμβαση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " executor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη