Μετάφραση του "existent" σε Ελληνικά
Οι υπαρκτός, υπάρχων, πραγματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "existent" σε Ελληνικά.
(archaic) a being or entity that exists independently [..]
-
υπαρκτός
adjective masculineexisting; having life or being, current; occurring now
Barry, after tonight, everyone's gonna know that the Flash exists.
Μπάρι, μετά το αποψινό, θα μάθουν όλοι ότι ο Φλας είναι υπαρκτός.
-
υπάρχων
adjective masculineThe amendments will interplay with existing acquis, in particular in the areas of social policy and transport.
Οι τροποποιήσεις είναι αλληλένδετες με το υπάρχον κεκτημένο, ιδίως στους τομείς της κοινωνικής πολιτικής και των μεταφορών.
-
πραγματικός
adjective masculineNever really existed, just a ploy to keep the hippies paranoid.
Δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά, ένα τέχνασμα για να παρανοούν οι χίπηδες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " existent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "existent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνυπάρχω
-
αποκτώ υπόσταση · αρχίζω να υπάρχω · γεννιέμαι · δημιουργούμαι · εν τη γενέσει · επέρχομαι · προκύπτω
-
ανυπαρξία
-
κανονισμός της ΕΚ σχετικά με τις υπάρχουσες χημικές ουσίες
-
υπάρχω · υφίσταμαι
-
ισχύουσα νομοθεσία
-
υπαρκτός · υφιστάμενος
-
αγωνίζομαι να επιβιώσω οικονομικά · αγώνας τής επιβίωσης