Μετάφραση του "existential" σε Ελληνικά

Οι υπαρξιακός, υπαρξιακή, υπαρξιακό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "existential" σε Ελληνικά.

existential adjective γραμματική

Of, or relating to existence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπαρξιακός

    adjective masculine

    But brace yourself, because that existential knot of terror you're feeling in your stomach is about to grow tighter.

    Ετοιμάσου όμως γιατί ο υπαρξιακός κόμπος τρόμου στο στομάχι σου, θα σφίξει κι άλλο.

  • υπαρξιακή

    You literally can manufacture an existential crisis out of thin air.

    Κυριολεκτικά μπορείς να κατασκευάσεις μια υπαρξιακή κρίση απο το πουθενά.

  • υπαρξιακό

    It's an existential risk that the world cannot afford, Nathan.

    Είναι ένα υπαρξιακό ρίσκο που δεν μπορεί να πάρει ο κόσμος, Νέιθαν.

  • υπαρξιστικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " existential " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "existential" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "existential" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη