Μετάφραση του "expectancy" σε Ελληνικά

Οι προσδοκία, προσδόκιμος, προσδόκιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "expectancy" σε Ελληνικά.

expectancy noun γραμματική

the state of being expected, or something expected [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσδοκία

    noun feminine

    expectation or anticipation; the state of expecting something

    Procreation — despite the fact they are not physically or emotionally ready — is a key expectation.

    Η τεκνοποίηση, παρά το γεγονός ότι δεν είναι ούτε φυσικά ούτε συναισθηματικά έτοιμες, είναι μια κομβικής σημασίας προσδοκία.

  • προσδόκιμος

    adjective

    Measures such as linking the statutory retirement age to life expectancy could be considered.

    Εδώ θα μπορούσαν να εξετασθούν μέτρα όπως σύνδεση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής.

  • προσδόκιμο

    neuter

    Measures such as linking the statutory retirement age to life expectancy could be considered.

    Εδώ θα μπορούσαν να εξετασθούν μέτρα όπως σύνδεση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής.

  • αναμονή

    noun

    Later, however, the speculative funds were supportive in expectation of a resumption of Russian imports.

    Στη συνέχεια όμως οι κερδοσκοπικές ενέργειες ήταν υποστηρικτικές εν αναμονή της αποκατάστασης των ρωσικών εισαγωγών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " expectancy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "expectancy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναμένω · περιμένω · προσδοκώ
  • φαβορί
  • αναμενόμενο αποτέλεσμα
  • Αναμενόμενο ήταν.
  • έχω την απαίτηση · αναμένω · απαιτώ · εγκυμονώ · ελπίζω · κυοφορώ · περιμένω · προβλέπω · προσβλέπω · προσδοκώ · προσμένω
  • σε ανύποπτο χρόνο
  • αναμενόμενη απώλεια
  • έγκυος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "expectancy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη