Μετάφραση του "expense" σε Ελληνικά
Οι έξοδο, δαπάνη, Έξοδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "expense" σε Ελληνικά.
expense
verb
noun
γραμματική
A spending or consuming. Often specifically an act of disbursing or spending funds. [..]
-
έξοδο
noun neuterI must cut down expenses.
πρέπει να περιορίσω τα έξοδα
-
δαπάνη
noun feminineWe know going to trial is your biggest expense.
Γνωρίζουμε ότι πρόκειται για δίκη είναι η μεγαλύτερη δαπάνη σας.
-
Έξοδο
properuse or service to be provided to achieve a certain benefit
I must cut down expenses.
πρέπει να περιορίσω τα έξοδα
-
κονδύλιο
In paragraph 28, ‘income statement items’ is amended to ‘income and expense items’.
Στην παράγραφο 28, η φράση «κονδυλίων της κατάστασης λογαριασμού αποτελεσμάτων» αντικαθίσταται από τη φράση «στοιχεία εσόδων και εξόδων».
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " expense " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "expense" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναφορά εξόδων
-
εις βάρος
-
αγαπημένος · αγαπητός · αδελφικός · ακριβά · ακριβός · δαπανηρός · πανάκριβος
-
έξοδα εισαγωγής σε νοσοκομείο
-
διοικητικά έξοδα
-
ακριβά
-
δημοσία δαπάνη
-
παρεπόμενα έξοδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη