Μετάφραση του "experimental" σε Ελληνικά
Οι πειραματικός, δοκιμαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "experimental" σε Ελληνικά.
experimental
adjective
noun
γραμματική
of or pertaining to an experiment [..]
-
πειραματικός
adjective masculineof or pertaining to an experiment
The experimental reactor was located deep inside this power plant.
Ο πειραματικός αντιδραστήρας βρισκόταν σε αυτήν την εγκατάσταση.
-
δοκιμαστικός
adjectiveTell him we're an experimental ship out of Earth on a proving flight.
Πες του είμαστε ένα πειραματικό σκάφος από τη Γη σε μία δοκιμαστική πτήση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " experimental " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "experimental" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πειραματόζωο
-
πειραματικός σταθμός
-
πειραματική μουσική
-
πειραματικός μουσικός
-
διεξαγωγή πειράματος · πείραμα · πειραματισμός
-
πειραματιστής
-
πειραματική τέχνη
-
πειραματική μελέτη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη