Μετάφραση του "expertise" σε Ελληνικά

Οι πραγματογνωμοσύνη, τεχνογνωσία, ειδημοσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "expertise" σε Ελληνικά.

expertise noun γραμματική

great skill or knowledge in a particular field or hobby [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πραγματογνωμοσύνη

    The former must ensure that the expertise brought to each assignment is appropriate.

    Αυτή διασφαλίζει ότι κάθε ανάθεση μεταφέρει και την ενδεδειγμένη πραγματογνωμοσύνη.

  • τεχνογνωσία

    noun

    Equally, the technical expertise of the Bank can itself add value.

    Η τεχνογνωσία της Τράπεζας σε τεχνικά θέματα μπορεί επίσης να προσφέρει προστιθέμενη αξία.

  • ειδημοσύνη

    noun

    It is this Directorate-General which has the expertise and it should therefore also have the responsibility.

    Είναι η συγκεκριμένη γενική διεύθυνση που έχει την ειδημοσύνη και συνεπώς πρέπει να επωμιστεί την ευθύνη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δαημοσύνη
    • ειδικότητα
    • εμπειρία
    • αρμοδιότητα
    • ειδικές γνώσεις
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " expertise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "expertise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη