Μετάφραση του "explicit" σε Ελληνικά

Οι ρητός, σαφής, κατηγορηματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "explicit" σε Ελληνικά.

explicit adjective γραμματική

very specific, clear, or detailed [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρητός

    adjective masculine

    very specific [..]

    Simplification of Community rules should be an explicit goal of this process.

    Η απλοποίηση των κοινοτικών κανόνων θα πρέπει να είναι ρητός στόχος αυτής της διαδικασίας.

  • σαφής

    adjective m;f masculine;feminine

    very specific [..]

    The text of the understanding itself is detailed and explicit.

    Το ίδιο το κείμενο της συμφωνίας είναι λεπτομερές και σαφές.

  • κατηγορηματικός

    adjective masculine

    Jehovah’s law on the sanctity of blood was very explicit.

    Ο νόμος του Ιεχωβά για την ιερότητα του αίματος ήταν κατηγορηματικός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αίθριος
    • άσεμνος
    • επιλήψιμος
    • απόλυτος
    • απερίφραστος
    • τολμηρός, απροκάλυπτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " explicit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Explicit
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρητός, εμφανής

Φράσεις παρόμοιες με "explicit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "explicit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη