Μετάφραση του "exposed" σε Ελληνικά

Οι εκτεθειμένος, έκθετος, ακάλυπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exposed" σε Ελληνικά.

exposed adjective verb

Simple past tense and past participle of expose. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκτεθειμένος

    He was exposed to many dangers.

    Ήταν εκτεθειμένος σε πολλούς κινδύνους.

  • έκθετος

    Without the task force, reddington would be completely exposed.

    Χωρίς την ομάδα, ο Ρέντιγκτον μένει τελείως έκθετος.

  • ακάλυπτος

    adjective

    The shoulder of his gun hand's exposed.

    Ο δεξής του ώμος ήταν ακάλυπτος.

  • απροστάτευτος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exposed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exposed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο
  • αδειάζω κπ · αφήνω κπ ακάλυπτο · εκθέτω κπ
  • «αδειάζω» · αποκαλύπτω · αφήνω ακάλυπτο · δηλώνω · διαπομπεύω · διασύρω · εκθέτω · εξευτελίζω · καρφώνω · κοινοποιώ · ξεκουκουλώνω · ξεσκεπάζω · παρουσιάζω · στιγματίζω · φανερώνω · χαντακώνω
  • αποψιλωμένη γη
  • Σταβέντο
  • Εκθέτω
  • εκτίθεμαι
  • «αδειάζω» · αποκαλύπτω · αφήνω ακάλυπτο · δηλώνω · διαπομπεύω · διασύρω · εκθέτω · εξευτελίζω · καρφώνω · κοινοποιώ · ξεκουκουλώνω · ξεσκεπάζω · παρουσιάζω · στιγματίζω · φανερώνω · χαντακώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exposed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη