Μετάφραση του "expulsion" σε Ελληνικά

Οι αποβολή, έξωση, απέλαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "expulsion" σε Ελληνικά.

expulsion noun γραμματική

The act of expelling or the state of being expelled. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποβολή

    noun feminine

    the act of expelling or the state of being expelled [..]

    Stealing someone's personal file is not only morally corrupt, it's punishable by expulsion.

    Η κλοπή προσωπικών αρχείων δεν είναι μόνο ανήθικο, τιμωρείτε με αποβολή.

  • έξωση

    Any drug involvement by any member of your family will result in immediate expulsion.

    Χρήση ναρκωτικών ουσιών από μέλος της οικογένειας θα οδηγήσει σε άμεση έξωση.

  • απέλαση

    Noun

    Nor will I dwell on the recent expulsion from France of the people without papers.

    Ούτε θα επανέλθω στην απέλαση ατόμων χωρίς δικαιολογητικά, που μόλις έγινε στη Γαλλία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απομάκρυνση
    • εκδίωξη
    • αποπομπή
    • διαγραφή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " expulsion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "expulsion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "expulsion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη