Μετάφραση του "extended" σε Ελληνικά

Οι εκτεταμένος, επεκτεταμένος, εκτεταμένος, διευρυμένος, παρατεταμένος, ευρύτερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "extended" σε Ελληνικά.

extended adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of extend. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκτεταμένος

    This latest extended and illegal house arrest of an innocent woman is unacceptable.

    Αυτός ο τελευταίος εκτεταμένος και παράνομος κατ' οίκον περιορισμός μιας αθώας γυναίκας είναι απαράδεκτος. "

  • επεκτεταμένος, εκτεταμένος, διευρυμένος, παρατεταμένος

  • ευρύτερος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατ' επέκταση
    • παρατεταμένος
    • περαιτέρω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " extended " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Extended
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • GSM εκτεταμένης

Φράσεις παρόμοιες με "extended" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "extended" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη