Μετάφραση του "extern" σε Ελληνικά

Το εξωτερικός είναι η μετάφραση του "extern" σε Ελληνικά.

extern adjective noun γραμματική

A person affiliated with an institution in a lesser capacity, for example, as a non-resident or as a part-time affiliate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξωτερικός

    adjective

    Moreover, the external evaluator also stressed the lack of complementarity at national level.

    Εξάλλου, ο εξωτερικός αξιολογητής υπογράμμισε και την απουσία συμπληρωματικότητας σε εθνικό επίπεδο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " extern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "extern"

Φράσεις παρόμοιες με "extern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "extern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη