Μετάφραση του "extrapolate" σε Ελληνικά

Οι συνάγω, Παρεμβάλλω, συνάγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "extrapolate" σε Ελληνικά.

extrapolate verb γραμματική

(transitive) To infer by extending known information. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνάγω

    verb

    It is difficult to extrapolate a clear and precise rule from these decisions.

    Δυσχερώς συνάγεται από τις αποφάσεις αυτές (42) σαφής και ακριβής απάντηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " extrapolate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Extrapolate
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παρεμβάλλω, συνάγω

Φράσεις παρόμοιες με "extrapolate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "extrapolate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη